παγώνω
•
- αμετάβατομετατρέπομαι σε πάγο Βικιλεξικό
- με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, πάγωσε το νερό της λίμνης
- αμετάβατομειώνεται πολύ η θερμοκρασία μου Βικιλεξικό
- κάνει χιονιά έξω, βάλε κάτι γιατί θα παγώσεις
- αμετάβατοακινητοποιούμαι σε μια θέση, δε μεταβάλλομαι πλέον Βικιλεξικό
- αμετάβατομένω ακίνητος ή νιώθω ρίγος από φόβο, τρόμο Βικιλεξικό
- μεταβατικόμετατρέπω ένα υγρό σε πάγο Βικιλεξικό
- μεταβατικόμειώνω πολύ τη θερμοκρασία ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- ο βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει
- μεταβατικόακινητοποιώ, σταθεροποιώ, κρατώ κάτι στην ίδια κατάσταση ώστε να μη μεταβάλλεται πλέον Βικιλεξικό
- ο μηχανικός προβολής πάγωσε την εικόνα
- η κυβέρνηση αποφάσισε να παγώσει τους μισθούς για ένα χρόνο
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον μεγάλο φόβο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγώνω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) παγῶ
Άλλοι τύποι
πάγωναπάγωσαπαγωμένοςπαγώσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →