Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγώνω

/paˈɣo.no/ρήμα
•
  1. αμετάβατομετατρέπομαι σε πάγο Βικιλεξικό
    • με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, πάγωσε το νερό της λίμνης
  2. αμετάβατομειώνεται πολύ η θερμοκρασία μου Βικιλεξικό
    • κάνει χιονιά έξω, βάλε κάτι γιατί θα παγώσεις
  3. αμετάβατοακινητοποιούμαι σε μια θέση, δε μεταβάλλομαι πλέον Βικιλεξικό
  4. αμετάβατομένω ακίνητος ή νιώθω ρίγος από φόβο, τρόμο Βικιλεξικό
  5. μεταβατικόμετατρέπω ένα υγρό σε πάγο Βικιλεξικό
  6. μεταβατικόμειώνω πολύ τη θερμοκρασία ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
    • ο βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει
  7. μεταβατικόακινητοποιώ, σταθεροποιώ, κρατώ κάτι στην ίδια κατάσταση ώστε να μη μεταβάλλεται πλέον Βικιλεξικό
    • ο μηχανικός προβολής πάγωσε την εικόνα
    • η κυβέρνηση αποφάσισε να παγώσει τους μισθούς για ένα χρόνο
  8. μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον μεγάλο φόβο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγώνω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) παγῶ

Άλλοι τύποι

πάγωναπάγωσαπαγωμένοςπαγώσω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →