παζάρεμα
•
- η ενέργεια του παζαρεύω, η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός πράγματος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε διαπραγμάτευση Βικιλεξικό
- άρχισαν τα παζαρέματα για τη διάρκεια της επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας
Ετυμολογία
παζάρεμα < παζαρεύ(ω) + -μα με αποβολή του [m]: [-vma] > [-ma]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παζάρεμα | παζαρέματα |
| Γενική | παζαρέματος | παζαρεμάτων |
| Αιτιατική | παζάρεμα | παζαρέματα |
| Κλητική | παζάρεμα | παζαρέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →