Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παζαριάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παζαρίσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παζαριάτικος < παζάρι + -ιάτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαζαριάτικοςπαζαριάτικηπαζαριάτικο
Γενικήπαζαριάτικουπαζαριάτικηςπαζαριάτικου
Αιτιατικήπαζαριάτικοπαζαριάτικηπαζαριάτικο
Κλητικήπαζαριάτικεπαζαριάτικηπαζαριάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαζαριάτικοιπαζαριάτικεςπαζαριάτικα
Γενικήπαζαριάτικωνπαζαριάτικωνπαζαριάτικων
Αιτιατικήπαζαριάτικουςπαζαριάτικεςπαζαριάτικα
Κλητικήπαζαριάτικοιπαζαριάτικεςπαζαριάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →