παθητικό
•
- λογιστικήτο σύνολο των υποχρεώσεων μιας οικονομικής μονάδας Βικιλεξικό
- Παθητικό = Υποχρεώσεις σε Τρίτους + Υποχρεώσεις στον Επιχειρηματία (Καθαρή Θέση)
Ετυμολογία
παθητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παθητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παθητικό | παθητικά |
| Γενική | παθητικού | παθητικών |
| Αιτιατική | παθητικό | παθητικά |
| Κλητική | παθητικό | παθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →