παθητικότητα
•
- η ιδιότητα του παθητικού, του γεμάτου πάθος Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του παθητικού, το να δέχεται κάποιος τα εξωτερικά γεγονότα χωρίς αντίδραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παθητικότητα < (καθαρεύουσα) παθητικότης< παθητικός + -ότης / -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παθητικότητα | παθητικότητες |
| Γενική | παθητικότητας | παθητικοτήτων |
| Αιτιατική | παθητικότητα | παθητικότητες |
| Κλητική | παθητικότητα | παθητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →