παθιάζω
•
- προκαλώ ή δημιουργώ πάθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παθιάζω < μεσαιωνική ελληνική παθιάζω < πάθος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παθιάζω | παθιάζεις | παθιάζει | παθιάζουμε | παθιάζετε | παθιάζουν / παθιάζουνε |
| Παρατατικός | πάθιαζα | πάθιαζες | πάθιαζε | παθιάζαμε | παθιάζατε | πάθιαζαν / παθιάζαν / παθιάζανε |
| Αόριστος | πάθιασα | πάθιασες | πάθιασε | παθιάσαμε | παθιάσατε | πάθιασαν / παθιάσαν / παθιάσανε |
| Μέλλοντας | θα παθιάζω / θα παθιάσω | θα παθιάζεις / θα παθιάσεις | θα παθιάζει / θα παθιάσει | θα παθιάζουμε / θα παθιάσουμε | θα παθιάζετε / θα παθιάσετε | θα παθιάζουν / θα παθιάζουνε / θα παθιάσουν / θα παθιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παθιάσει | έχεις παθιάσει | έχει παθιάσει | έχουμε παθιάσει | έχετε παθιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παθιάσει | είχες παθιάσει | είχε παθιάσει | είχαμε παθιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παθιάσει / να παθιάζω / να παθιάσω | να έχεις παθιάσει / να παθιάζεις / να παθιάσεις | να έχει παθιάσει / να παθιάζει / να παθιάσει | να έχουμε παθιάσει / να παθιάζουμε / να παθιάσουμε | να έχετε παθιάσει / να παθιάζετε / να παθιάσετε | να παθιάζουν / να παθιάζουνε / να παθιάσουν / να παθιάσουνε |
| Προστακτική | — | πάθιαζε / πάθιασε | — | — | παθιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παθιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →