παθιάρικος
•
- που είναι κατακλυσμένος από πάθος, συνώνυμο του παθιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παθιάρικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθιάρικος | παθιάρικη | παθιάρικο |
| Γενική | παθιάρικου | παθιάρικης | παθιάρικου |
| Αιτιατική | παθιάρικο | παθιάρικη | παθιάρικο |
| Κλητική | παθιάρικε | παθιάρικη | παθιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθιάρικοι | παθιάρικες | παθιάρικα |
| Γενική | παθιάρικων | παθιάρικων | παθιάρικων |
| Αιτιατική | παθιάρικους | παθιάρικες | παθιάρικα |
| Κλητική | παθιάρικοι | παθιάρικες | παθιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →