παθιασμένος
•
- που παθιάζεται με κάτι, που κάνει κάτι με πάθος Βικιλεξικό
- παθιασμένος άνθρωπος
- που γίνεται με ένταση και με πάθος Βικιλεξικό
- παθιασμένο φιλί
Ετυμολογία
παθιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παθιάζω/παθιάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →