Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παθολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην παθολογία ενός ζωντανού οργανισμού Βικιλεξικό
  2. που αποτελεί παρέκκλιση από την κανονική λειτουργία, είναι αποτέλεσμα ή ένδειξη μιας ασθένειας ή δυσλειτουργίας Βικιλεξικό
  3. που κάνει κάτι αρνητικό καθ' έξη Βικιλεξικό
    • παθολογικός ψεύτης

Ετυμολογία

παθολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαθολογικόςπαθολογικήπαθολογικό
Γενικήπαθολογικούπαθολογικήςπαθολογικού
Αιτιατικήπαθολογικόπαθολογικήπαθολογικό
Κλητικήπαθολογικέπαθολογικήπαθολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαθολογικοίπαθολογικέςπαθολογικά
Γενικήπαθολογικώνπαθολογικώνπαθολογικών
Αιτιατικήπαθολογικούςπαθολογικέςπαθολογικά
Κλητικήπαθολογικοίπαθολογικέςπαθολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →