παθολογικός
•
- που αναφέρεται στην παθολογία ενός ζωντανού οργανισμού Βικιλεξικό
- που αποτελεί παρέκκλιση από την κανονική λειτουργία, είναι αποτέλεσμα ή ένδειξη μιας ασθένειας ή δυσλειτουργίας Βικιλεξικό
- που κάνει κάτι αρνητικό καθ' έξη Βικιλεξικό
- παθολογικός ψεύτης
Ετυμολογία
παθολογικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθολογικός | παθολογική | παθολογικό |
| Γενική | παθολογικού | παθολογικής | παθολογικού |
| Αιτιατική | παθολογικό | παθολογική | παθολογικό |
| Κλητική | παθολογικέ | παθολογική | παθολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθολογικοί | παθολογικές | παθολογικά |
| Γενική | παθολογικών | παθολογικών | παθολογικών |
| Αιτιατική | παθολογικούς | παθολογικές | παθολογικά |
| Κλητική | παθολογικοί | παθολογικές | παθολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →