Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παθοφυσιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την παθοφυσιολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παθοφυσιολογικός < παθοφυσιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαθοφυσιολογικόςπαθοφυσιολογικήπαθοφυσιολογικό
Γενικήπαθοφυσιολογικούπαθοφυσιολογικήςπαθοφυσιολογικού
Αιτιατικήπαθοφυσιολογικόπαθοφυσιολογικήπαθοφυσιολογικό
Κλητικήπαθοφυσιολογικέπαθοφυσιολογικήπαθοφυσιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαθοφυσιολογικοίπαθοφυσιολογικέςπαθοφυσιολογικά
Γενικήπαθοφυσιολογικώνπαθοφυσιολογικώνπαθοφυσιολογικών
Αιτιατικήπαθοφυσιολογικούςπαθοφυσιολογικέςπαθοφυσιολογικά
Κλητικήπαθοφυσιολογικοίπαθοφυσιολογικέςπαθοφυσιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →