παϊδάκι
•
- έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι) Βικιλεξικό
- ψήσαμε αρνίσια παϊδάκια στα κάρβουνα
Ετυμολογία
παϊδάκι < παΐδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παϊδάκι | παϊδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παϊδάκι | παϊδάκια |
| Κλητική | παϊδάκι | παϊδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →