Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παϊδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι) Βικιλεξικό
    • ψήσαμε αρνίσια παϊδάκια στα κάρβουνα

Ετυμολογία

παϊδάκι < παΐδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαϊδάκιπαϊδάκια
Γενική——
Αιτιατικήπαϊδάκιπαϊδάκια
Κλητικήπαϊδάκιπαϊδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παιδάκι

/peˈða.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόπολύ μικρό παιδί Βικιλεξικό
    • Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
    • Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
  2. άτομο με συμπεριφορά μικρού παιδιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδάκι < παιδ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαιδάκιπαιδάκια
Γενική——
Αιτιατικήπαιδάκιπαιδάκια
Κλητικήπαιδάκιπαιδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →