Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδαγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαο επιστήμονας της παιδαγωγικής Βικιλεξικό
    • Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)
  3. ο γονέας ή ο δάσκαλος που συμβάλλει με θετικό τρόπο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδαγωγός < παῖς + ἀγωγός < ἄγω. Συγχρονικά αναλύεται σε παιδ- + -αγωγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαιδαγωγόςπαιδαγωγοί
Γενικήπαιδαγωγούπαιδαγωγών
Αιτιατικήπαιδαγωγόπαιδαγωγούς
Κλητικήπαιδαγωγέπαιδαγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →