Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδαράς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοφρονητικός χαρακτηρισμός για νεαρό άντρα που αναφέρεται κυρίως στην εξωτερική του όψη, το ύψος του και τη σωματική του διάπλαση και δύναμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδαράς < παιδ(ί) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαιδαράςπαιδαράδες
Γενικήπαιδαράπαιδαράδων
Αιτιατικήπαιδαράπαιδαράδες
Κλητικήπαιδαράπαιδαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →