παιδεία
•
- καλλιέργεια της προσωπικότητας ενός ανθρώπου σε όλους τους τομείς: πνευματικό, ηθικό, σωματικό κ.λπ. Βικιλεξικό
- αγωγή, κουλτούρα, μόρφωση
- εκπαίδευση, το εκπαιδευτικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδεία < παιδεύω < παῖς : για την εκπαίδευση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éducation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδεία | παιδείες |
| Γενική | παιδείας | παιδειών |
| Αιτιατική | παιδεία | παιδείες |
| Κλητική | παιδεία | παιδείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →