Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδεραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την παιδεραστία και τους παιδεραστές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδεραστικός < παιδεραστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδεραστικόςπαιδεραστικήπαιδεραστικό
Γενικήπαιδεραστικούπαιδεραστικήςπαιδεραστικού
Αιτιατικήπαιδεραστικόπαιδεραστικήπαιδεραστικό
Κλητικήπαιδεραστικέπαιδεραστικήπαιδεραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδεραστικοίπαιδεραστικέςπαιδεραστικά
Γενικήπαιδεραστικώνπαιδεραστικώνπαιδεραστικών
Αιτιατικήπαιδεραστικούςπαιδεραστικέςπαιδεραστικά
Κλητικήπαιδεραστικοίπαιδεραστικέςπαιδεραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →