παιδεραστικός
•
- σχετικός με την παιδεραστία και τους παιδεραστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδεραστικός < παιδεραστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδεραστικός | παιδεραστική | παιδεραστικό |
| Γενική | παιδεραστικού | παιδεραστικής | παιδεραστικού |
| Αιτιατική | παιδεραστικό | παιδεραστική | παιδεραστικό |
| Κλητική | παιδεραστικέ | παιδεραστική | παιδεραστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδεραστικοί | παιδεραστικές | παιδεραστικά |
| Γενική | παιδεραστικών | παιδεραστικών | παιδεραστικών |
| Αιτιατική | παιδεραστικούς | παιδεραστικές | παιδεραστικά |
| Κλητική | παιδεραστικοί | παιδεραστικές | παιδεραστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →