παιδιατρικός
•
- σχετικός με, ή αναφερόμενος, στην παιδιατρική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδιατρικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδιατρικός | παιδιατρική | παιδιατρικό |
| Γενική | παιδιατρικού | παιδιατρικής | παιδιατρικού |
| Αιτιατική | παιδιατρικό | παιδιατρική | παιδιατρικό |
| Κλητική | παιδιατρικέ | παιδιατρική | παιδιατρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδιατρικοί | παιδιατρικές | παιδιατρικά |
| Γενική | παιδιατρικών | παιδιατρικών | παιδιατρικών |
| Αιτιατική | παιδιατρικούς | παιδιατρικές | παιδιατρικά |
| Κλητική | παιδιατρικοί | παιδιατρικές | παιδιατρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →