Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδιατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με, ή αναφερόμενος, στην παιδιατρική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδιατρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδιατρικόςπαιδιατρικήπαιδιατρικό
Γενικήπαιδιατρικούπαιδιατρικήςπαιδιατρικού
Αιτιατικήπαιδιατρικόπαιδιατρικήπαιδιατρικό
Κλητικήπαιδιατρικέπαιδιατρικήπαιδιατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδιατρικοίπαιδιατρικέςπαιδιατρικά
Γενικήπαιδιατρικώνπαιδιατρικώνπαιδιατρικών
Αιτιατικήπαιδιατρικούςπαιδιατρικέςπαιδιατρικά
Κλητικήπαιδιατρικοίπαιδιατρικέςπαιδιατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →