παιδικάτα
•
- η παιδική ηλικία κάποιου, η περίοδος που ήταν παιδί Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: παιδιακάτα
Ετυμολογία
παιδικάτα < παιδικ(ός) + -άτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδικάτα | παιδικάτα |
| Γενική | — | παιδικάτων |
| Αιτιατική | — | παιδικάτα |
| Κλητική | — | παιδικάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →