παιδοβούβαλο
•
- μειωτικόπολύ υπέρβαρο και άχαρο παιδί ή έφηβος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδοβούβαλο < παιδο- + βούβαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδοβούβαλο | παιδοβούβαλα |
| Γενική | παιδοβούβαλου | παιδοβούβαλων |
| Αιτιατική | παιδοβούβαλο | παιδοβούβαλα |
| Κλητική | παιδοβούβαλο | παιδοβούβαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →