παιδογονία
•
- η γέννηση παιδιών Βικιλεξικό
- η παιδογένεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδογονία < αρχαία ελληνική παιδογονία < παιδο- + -γονία < γόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδογονία | παιδογονίες |
| Γενική | παιδογονίας | παιδογονιών |
| Αιτιατική | παιδογονία | παιδογονίες |
| Κλητική | παιδογονία | παιδογονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →