Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδομάζωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατά την Τουρκοκρατίαη αρπαγή παιδιών χριστιανών με σκοπό τον εξισλαμισμό τους και την κατάταξή τους στα τάγματα των γενιτσάρων Βικιλεξικό
  2. παιδολόι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδομάζωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παιδομάζωμα < παιδο- + μάζωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαιδομάζωμαπαιδομαζώματα
Γενικήπαιδομαζώματοςπαιδομαζωμάτων
Αιτιατικήπαιδομάζωμαπαιδομαζώματα
Κλητικήπαιδομάζωμαπαιδομαζώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →