παιδομάζωμα
•
- κατά την Τουρκοκρατίαη αρπαγή παιδιών χριστιανών με σκοπό τον εξισλαμισμό τους και την κατάταξή τους στα τάγματα των γενιτσάρων Βικιλεξικό
- παιδολόι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδομάζωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παιδομάζωμα < παιδο- + μάζωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδομάζωμα | παιδομαζώματα |
| Γενική | παιδομαζώματος | παιδομαζωμάτων |
| Αιτιατική | παιδομάζωμα | παιδομαζώματα |
| Κλητική | παιδομάζωμα | παιδομαζώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →