παιδότοπος
•
- τόπος διαμορφωμένος και εφοδιασμένος για να διασκεδάζουν και να παίζουν παιδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιδότοπος < παιδό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιδότοπος | παιδότοποι |
| Γενική | παιδότοπου | παιδότοπων |
| Αιτιατική | παιδότοπο | παιδότοπους |
| Κλητική | παιδότοπε | παιδότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →