Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιζογελάω

/pe.zo.ʝeˈla.o/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπαίζω γελώντας Βικιλεξικό
    • Ριζίτικο τραγούδι της Κρήτης, Μάνα λούζε με.
  2. ειρωνεύομαι, κοροϊδεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιζογελάω < παιζογελ(ώ) + -άω παίζ(ω) + -ο- + γελώ (παρατακτικό σύνθετο)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαιζογελάω / παιζογελώπαιζογελάςπαιζογελά / παιζογελάειπαιζογελάμε / παιζογελούμεπαιζογελάτεπαιζογελάν / παιζογελάνε / παιζογελούν / παιζογελούνε
Παρατατικόςπαιζογελούσαπαιζογελούσεςπαιζογελούσεπαιζογελούσαμεπαιζογελούσατεπαιζογελούσαν / παιζογελούσανε
Αόριστοςπαιζογέλησαπαιζογέλησεςπαιζογέλησεπαιζογελήσαμεπαιζογελήσατεπαιζογέλησαν / παιζογελήσαν / παιζογελήσανε
Μέλλονταςθα παιζογελάω / θα παιζογελήσω / θα παιζογελώθα παιζογελάς / θα παιζογελήσειςθα παιζογελά / θα παιζογελάει / θα παιζογελήσειθα παιζογελάμε / θα παιζογελήσουμε / θα παιζογελούμεθα παιζογελάτε / θα παιζογελήσετεθα παιζογελάν / θα παιζογελάνε / θα παιζογελήσουν / θα παιζογελήσουνε / θα παιζογελούν / θα παιζογελούνε
Παρακείμενοςέχω παιζογελήσειέχεις παιζογελήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα παιζογελήσει—————
Υποτακτικήνα έχω παιζογελήσει / να παιζογελάω / να παιζογελήσω / να παιζογελώνα έχεις παιζογελήσει / να παιζογελάς / να παιζογελήσειςνα παιζογελά / να παιζογελάει / να παιζογελήσεινα παιζογελάμε / να παιζογελήσουμε / να παιζογελούμενα παιζογελάτε / να παιζογελήσετενα παιζογελάν / να παιζογελάνε / να παιζογελήσουν / να παιζογελήσουνε / να παιζογελούν / να παιζογελούνε
Προστακτική—παιζογέλα / παιζογέλαγε / παιζογέλησε——παιζογελάτε / παιζογελήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →