παιχνιδάκι
•
- υποκοριστικόμικρό παιχνίδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι πανεύκολο, που είναι πάρα πολύ εύκολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παιχνιδάκι < παιχνίδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παιχνιδάκι | παιχνιδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παιχνιδάκι | παιχνιδάκια |
| Κλητική | παιχνιδάκι | παιχνιδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →