Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιχνιδιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται για παιχνίδι ή χαριεντισμό, με αστεία ή φιλική ή ερωτική διάθεση Βικιλεξικό
    • παιχνιδιάρικα υπονοούμενα

Ετυμολογία

παιχνιδιάρικος < παιχνιδιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιχνιδιάρικοςπαιχνιδιάρικηπαιχνιδιάρικο
Γενικήπαιχνιδιάρικουπαιχνιδιάρικηςπαιχνιδιάρικου
Αιτιατικήπαιχνιδιάρικοπαιχνιδιάρικηπαιχνιδιάρικο
Κλητικήπαιχνιδιάρικεπαιχνιδιάρικηπαιχνιδιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιχνιδιάρικοιπαιχνιδιάρικεςπαιχνιδιάρικα
Γενικήπαιχνιδιάρικωνπαιχνιδιάρικωνπαιχνιδιάρικων
Αιτιατικήπαιχνιδιάρικουςπαιχνιδιάρικεςπαιχνιδιάρικα
Κλητικήπαιχνιδιάρικοιπαιχνιδιάρικεςπαιχνιδιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →