Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιχνιδολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μελέτη του σχεδιασμού παιχνιδιών Βικιλεξικό
  2. ※ αν ο Νεκρόσιους ήταν Έλληνας και αντλούσε από την ελληνική παιχνιδολογία θα παίζανε την «Τσιγκολελέτα» και το «Δεν περνάς κυρά Μαρία» όταν θα προφήτευαν τη μοίρα του Μάκβεθ και του Μπάνκο (Ασετυλίνη και ναφθαλίνη, 1 Ιουλίου 2002, ΤΑ ΝΕΑ) Βικιλεξικό
  3. ※ Η εστία της διαμάχης εντοπίζεται στο αν θα έπρεπε τα παιχνίδια να κατανοηθούν ως μια ειδική, νέα εκδοχή αφηγήματος και ως εκ τούτου να μελετηθούν κάτω από το πρίσμα των θεωριών της αφηγηματικήςτέχνης, όπως υποστηρίζει η αφηγηματολογία, ή ως ένα φαινόμενο θεμελιωδώς διαφορετικό από το αφήγημα, οπότε και να μελετηθούν ανεξάρτητα, με τους δικούς τους ιδιαίτερους όρους, όπως υποστηρίζει η παιχνιδολογία. (Αρχές Σχεδίασης Εκπαιδευτικών Παιχνιδιών, Μαρία Ελένη Γαβριηλίδου, πτυχιακή εργασία ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2008 Βικιλεξικό
  4. ※ Η σκοπιά της ακαδημαϊκής ερευνητικής κοινότητας χρησιμοποιεί δυο διαφορετικές προσεγγίσεις μέσα από τις οποίες εξετάζει τη θεωρία των παιχνιδιών: την Ludology (παιχνιδολογία) και την Narratology (αφηγηματολογία). (Game Design: από τα videogames του ’90 στα escape rooms, Διπλωματική Εργασία, Δήμητρα Πολύζου. Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2019) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιχνιδολογία < (νεολογισμός) τέλους 20ου αιώνα, παιχνίδ(ι) + -ο- + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαιχνιδολογίαπαιχνιδολογίες
Γενικήπαιχνιδολογίαςπαιχνιδολογιών
Αιτιατικήπαιχνιδολογίαπαιχνιδολογίες
Κλητικήπαιχνιδολογίαπαιχνιδολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →