παλάβρα
•
- κενολογία, ανοησία (ανόητα λόγια), κουβέντα χωρίς σημασία ή αξία Βικιλεξικό
- —Τί λεγατε; —Παλάβρες, είπε η Αγγελική (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 94)
- παλαβωμάρα (από παρετυμολόγηση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλάβρα < (άμεσο δάνειο) ισπανική palavra (λέξη) (η σημασία στα εβραιοϊσπανικά) < λατινική parabola < αρχαία ελληνική παραβολή (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλάβρα | παλάβρες |
| Γενική | παλάβρας | — |
| Αιτιατική | παλάβρα | παλάβρες |
| Κλητική | παλάβρα | παλάβρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →