παλάμισμα
•
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παλαμίζω, η επάλειψη των υφάλων βάρκας ή άλλου πλεούμενου με πίσσα ή άλλη αδιάβροχη ουσία για στεγανοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλάμισμα < παλαμίζ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλάμισμα | παλαμίσματα |
| Γενική | παλαμίσματος | παλαμισμάτων |
| Αιτιατική | παλάμισμα | παλαμίσματα |
| Κλητική | παλάμισμα | παλαμίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →