παλέτα
•
- εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει Βικιλεξικό
- βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2) Βικιλεξικό
- πληροφορικήομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική palette < παλαιά γαλλική palete < pale < λατινική palidus < palleo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pel- (γκρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλέτα | παλέτες |
| Γενική | παλέτας | παλετών |
| Αιτιατική | παλέτα | παλέτες |
| Κλητική | παλέτα | παλέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →