Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλέτα

/paˈle.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει Βικιλεξικό
  2. βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2) Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική palette < παλαιά γαλλική palete < pale < λατινική palidus < palleo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pel- (γκρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλέταπαλέτες
Γενικήπαλέταςπαλετών
Αιτιατικήπαλέταπαλέτες
Κλητικήπαλέταπαλέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →