παλέτσα
•
- ιδιωματικότο λιόπανο, ύφασμα που στρώνεται κάτω από το δέντρο της ελιάς για το μάζεμα του ελαιοκάρπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλέτσα < μεσαιωνική ελληνική παλέτσα < ιταλική pagliaccia < paglia < λατινική palea < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel- (πάτωμα, σκόνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλέτσα | παλέτσες |
| Γενική | παλέτσας | παλετσών |
| Αιτιατική | παλέτσα | παλέτσες |
| Κλητική | παλέτσα | παλέτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →