Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλίμψηστος

/paˈlim.psi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει αποξεστεί και σβηστεί, για να γραφεί κάποιο άλλο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπαλίμψηστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλίμψηστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παλίμψηστος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλίμψηστοςπαλίμψηστηπαλίμψηστο
Γενικήπαλίμψηστουπαλίμψηστηςπαλίμψηστου
Αιτιατικήπαλίμψηστοπαλίμψηστηπαλίμψηστο
Κλητικήπαλίμψηστεπαλίμψηστηπαλίμψηστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλίμψηστοιπαλίμψηστεςπαλίμψηστα
Γενικήπαλίμψηστωνπαλίμψηστωνπαλίμψηστων
Αιτιατικήπαλίμψηστουςπαλίμψηστεςπαλίμψηστα
Κλητικήπαλίμψηστοιπαλίμψηστεςπαλίμψηστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →