παλαίστρα
•
- αθλητισμόςο ειδικά διαμορφωμένος χώρος στον οποίο διεξάγεται το αγώνισμα της πάλης Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πεδίο (πνευματικό, οικονομικό κλ) στο οποίο κάποιος καλείται να αντιπαλέψει με αντίξοες συνθήκες ή να ανταγωνιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαίστρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παλαίστρα < παλαίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαίστρα | παλαίστρες |
| Γενική | παλαίστρας | παλαιστρών |
| Αιτιατική | παλαίστρα | παλαίστρες |
| Κλητική | παλαίστρα | παλαίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →