Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλαβιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κάνει παλαβομάρες Βικιλεξικό
  2. τρελός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλαβιάρης < παλαβός + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλαβιάρηςπαλαβιάρηδες
Γενικήπαλαβιάρηπαλαβιάρηδων
Αιτιατικήπαλαβιάρηπαλαβιάρηδες
Κλητικήπαλαβιάρηπαλαβιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →