παλαβιάρης
•
- που κάνει παλαβομάρες Βικιλεξικό
- τρελός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαβιάρης < παλαβός + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαβιάρης | παλαβιάρηδες |
| Γενική | παλαβιάρη | παλαβιάρηδων |
| Αιτιατική | παλαβιάρη | παλαβιάρηδες |
| Κλητική | παλαβιάρη | παλαβιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →