Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλαβωμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του παλαβού, η έλλειψη σύνεσης, η τρέλα Βικιλεξικό
    • η παλαβωμάρα αυτού του ανθρώπου δε λέγεται
  2. η ενέργεια ή ο λόγος που δε συνοδεύεται από σύνεση, λογική και αυτοσυγκράτηση Βικιλεξικό
    • άσε τις παλαβωμάρες

Ετυμολογία

παλαβωμάρα < παλαβώνω < παλαβός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλαβωμάραπαλαβωμάρες
Γενικήπαλαβωμάρας—
Αιτιατικήπαλαβωμάραπαλαβωμάρες
Κλητικήπαλαβωμάραπαλαβωμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →