Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλαιοβαλκανικός

/pa.le.o.val.ka.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τα Βαλκάνια σε παλαιότερη εποχή Βικιλεξικό
    • καταχρηστικά: παλιότερων εποχών (με αρνητική σημασία)
  2. γλωσσολογίασχετικός με ινδοευρωπαϊκό γλωσσικό υπόστρωμο των Βαλκανίων, ή με φύλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλαιοβαλκανικός < παλαιο- + βαλκανικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλαιοβαλκανικόςπαλαιοβαλκανικήπαλαιοβαλκανικό
Γενικήπαλαιοβαλκανικούπαλαιοβαλκανικήςπαλαιοβαλκανικού
Αιτιατικήπαλαιοβαλκανικόπαλαιοβαλκανικήπαλαιοβαλκανικό
Κλητικήπαλαιοβαλκανικέπαλαιοβαλκανικήπαλαιοβαλκανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλαιοβαλκανικοίπαλαιοβαλκανικέςπαλαιοβαλκανικά
Γενικήπαλαιοβαλκανικώνπαλαιοβαλκανικώνπαλαιοβαλκανικών
Αιτιατικήπαλαιοβαλκανικούςπαλαιοβαλκανικέςπαλαιοβαλκανικά
Κλητικήπαλαιοβαλκανικοίπαλαιοβαλκανικέςπαλαιοβαλκανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →