Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλαμίδα

/pa.laˈmi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψάριείδος πελαγικού ψαριού (επιστημονική ονομασία: Sarda sarda) του γένους Sarda και της οικογένειας των Σκομβρίδων, με υδροδυναμικό και ατρακτοειδές σώμα. Το μήκος της φτάνει τα 90 εκατοστά και το μέγιστο βάρος της τα 11 κιλά. Βικιλεξικό
    • Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.
    • Τώρα τον Οχτώβρη και Νοέμβρη πηγαίνουν τη νύχτα και ψαρεύουν με δίχτυα μακρότατα την παλαμίδα και το χαμψί (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Άπαντα, τόμος 4, 1973, σελ. 211)

Ετυμολογία

παλαμίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παλαμίδα < ελληνιστική κοινή παλαμίς < αρχαία ελληνική πηλαμύς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλαμίδαπαλαμίδες
Γενικήπαλαμίδαςπαλαμίδων
Αιτιατικήπαλαμίδαπαλαμίδες
Κλητικήπαλαμίδαπαλαμίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →