παλετοποιητής
•
- νεολογισμόςμηχάνημα ή συσκευή με την οποία κατασκευάζουμε παλέτες, που συμβάλλει στην παλετοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλετοποιητής < παλέτα + -ο- + -ποιητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλετοποιητής | παλετοποιητές |
| Γενική | παλετοποιητή | παλετοποιητών |
| Αιτιατική | παλετοποιητή | παλετοποιητές |
| Κλητική | παλετοποιητή | παλετοποιητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →