παλιάλογο
•
- υβριστικός / υποτιμητικός χαρακτηρισμός για άλογο Βικιλεξικό
- «Βάρτο», του λέω, «αυτό το παλιάλογο, γιατί μας πήρε η νύχτα». Αυτός θύμωσε γιατί να του πω παλιάλογο το ψόφιο του κι άρχινάει να με βρίζει. (Κώστας Κρυστάλλης, Τα πεζογραφήματα, τόμος 2, 1965, σελ 58)
Ετυμολογία
παλιάλογο < παλι(ο) + άλογο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιάλογο | παλιάλογα |
| Γενική | παλιάλογου / παλιαλόγου | παλιαλόγων |
| Αιτιατική | παλιάλογο | παλιάλογα |
| Κλητική | παλιάλογο | παλιάλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →