Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιάτσος

/paˈʎa.t͡sos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κωμική φιγούρα σε παλαιότερα ιταλικά λαϊκά θεατρικά έργα Βικιλεξικό
    • Ἐμὲ ὑπουργός ὁ μαυλιστής, δρουγγάρης μου ὁ παλιάτσος. (Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά)
    • Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
  2. μεταφορικάγελοίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιάτσος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pagliaccio < paglia (άχυρο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλιάτσοςπαλιάτσοι
Γενικήπαλιάτσουπαλιάτσων
Αιτιατικήπαλιάτσοπαλιάτσους
Κλητικήπαλιάτσεπαλιάτσοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →