παλιάτσος
•
- κωμική φιγούρα σε παλαιότερα ιταλικά λαϊκά θεατρικά έργα Βικιλεξικό
- Ἐμὲ ὑπουργός ὁ μαυλιστής, δρουγγάρης μου ὁ παλιάτσος. (Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά)
- Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
- μεταφορικάγελοίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιάτσος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pagliaccio < paglia (άχυρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιάτσος | παλιάτσοι |
| Γενική | παλιάτσου | παλιάτσων |
| Αιτιατική | παλιάτσο | παλιάτσους |
| Κλητική | παλιάτσε | παλιάτσοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →