Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιακός

/pa.ʎaˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικόπου μοιάζει παλιός, απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, πεπαλαιωμένος Βικιλεξικό
    • Όταν ένας χώρος αρχίζει να μοιάζει 'παλιακός' και κουρασμένος, η καλύτερη λύση δεν είναι η πρόσθεση νέων αντικειμένων και διακοσμητικών αλλά η αφαίρεση. (lifo.gr, 27.2.2019 https://www.lifo.gr/thegoodlifo/good-living/5-mystika-gia-ananeomeno-spiti-bgalmeno-apo-instagram-horis-kamia-nea-agora)
  2. μειωτικόντεμοντέ, πασέ, παλιός χωρίς να έχει το θετικό χαρακτήρα του βίντατζ, του παλαιωμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιακός < παλι(ός) + -ακός, έχει χαρακτηριστικά του παλιού • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλιακόςπαλιακή / παλιακιάπαλιακο / παλιακό
Γενικήπαλιακούπαλιακής / παλιακιάςπαλιακού
Αιτιατικήπαλιακόπαλιακή / παλιακιάπαλιακό
Κλητικήπαλιακέπαλιακή / παλιακιάπαλιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλιακοίπαλιακέςπαλιακά
Γενικήπαλιακώνπαλιακώνπαλιακών
Αιτιατικήπαλιακούςπαλιακέςπαλιακά
Κλητικήπαλιακοίπαλιακέςπαλιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →