Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαέμπορος, πλανόδιος ή με κατάστημα, που αγοράζει και πουλάει μεταχειρισμένα αντικείμενα, συνήθως μικρής αξίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιατζής < παλι(ός) + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλιατζήςπαλιατζήδες
Γενικήπαλιατζήπαλιατζήδων
Αιτιατικήπαλιατζήπαλιατζήδες
Κλητικήπαλιατζήπαλιατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →