παλιατζής
•
- επάγγελμαέμπορος, πλανόδιος ή με κατάστημα, που αγοράζει και πουλάει μεταχειρισμένα αντικείμενα, συνήθως μικρής αξίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιατζής < παλι(ός) + -ατζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιατζής | παλιατζήδες |
| Γενική | παλιατζή | παλιατζήδων |
| Αιτιατική | παλιατζή | παλιατζήδες |
| Κλητική | παλιατζή | παλιατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →