Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλικαράς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνδρας που έχει τόλμη και δύναμη, το παλικάρι Βικιλεξικό
    • Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
  2. αρνητικάο νταής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλικαράς < παλικάρι + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλικαράςπαλικαράδες
Γενικήπαλικαράπαλικαράδων
Αιτιατικήπαλικαράπαλικαράδες
Κλητικήπαλικαράπαλικαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →