Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλικαρίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του παλικαρίσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλικαρίστικος < παλικάρ(ι) + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλικαρίστικοςπαλικαρίστικηπαλικαρίστικο
Γενικήπαλικαρίστικουπαλικαρίστικηςπαλικαρίστικου
Αιτιατικήπαλικαρίστικοπαλικαρίστικηπαλικαρίστικο
Κλητικήπαλικαρίστικεπαλικαρίστικηπαλικαρίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλικαρίστικοιπαλικαρίστικεςπαλικαρίστικα
Γενικήπαλικαρίστικωνπαλικαρίστικωνπαλικαρίστικων
Αιτιατικήπαλικαρίστικουςπαλικαρίστικεςπαλικαρίστικα
Κλητικήπαλικαρίστικοιπαλικαρίστικεςπαλικαρίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →