Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιμπαιδίζω

/pa.lim.beˈði.zo/ρήμα
•
  1. φέρομαι σαν παιδί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιμπαιδίζω < ελληνιστική κοινή παλίμπαις, παλιμπαιδ- (< (αρχαία ελληνική πάλιν) παλιμ- + παιδ- παῖς) + -ίζω

Άλλοι τύποι

παλιμπαίδιζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →