παλιμπαιδίζω
•
- φέρομαι σαν παιδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιμπαιδίζω < ελληνιστική κοινή παλίμπαις, παλιμπαιδ- (< (αρχαία ελληνική πάλιν) παλιμ- + παιδ- παῖς) + -ίζω
Άλλοι τύποι
παλιμπαίδιζα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →