Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιννόστηση

/pa.liˈno.sti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επιστροφή στην πατρίδα Βικιλεξικό
  2. η επιστροφή κάποιου στον τόπο όπου ζούσαν κάποτε οι πρόγονοί του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιννόστηση < παλιννοστώ, παλιννοστη- + -ση ή (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική παλιννόστησις (επάνοδος) < (ελληνιστική κοινή) < παλιν- + αρχαία ελληνική νόστος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλιννόστησηπαλιννοστήσεις
Γενικήπαλιννόστησηςπαλιννοστήσεων
Αιτιατικήπαλιννόστησηπαλιννοστήσεις
Κλητικήπαλιννόστησηπαλιννοστήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →