παλιννόστηση
•
- η επιστροφή στην πατρίδα Βικιλεξικό
- η επιστροφή κάποιου στον τόπο όπου ζούσαν κάποτε οι πρόγονοί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιννόστηση < παλιννοστώ, παλιννοστη- + -ση ή (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική παλιννόστησις (επάνοδος) < (ελληνιστική κοινή) < παλιν- + αρχαία ελληνική νόστος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιννόστηση | παλιννοστήσεις |
| Γενική | παλιννόστησης | παλιννοστήσεων |
| Αιτιατική | παλιννόστηση | παλιννοστήσεις |
| Κλητική | παλιννόστηση | παλιννοστήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →