Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλινόρθωση

/pa.liˈnoɾ.θo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παλινορθώνω Βικιλεξικό
    • Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 https://pekk.gr/index.php/component/content/article/6709-fantastiki-xora-mou-i-paris-mnimatidis/?catid=107&Itemid=435)
  2. πολιτικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παλινορθώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλινόρθωση < (καθαρεύουσα) παλινόρθωσις < παλινορθῶ + -σις > -ση < αρχαία ελληνική πάλιν + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός :* για την πολιτική < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική restauration

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλινόρθωσηπαλινορθώσεις
Γενικήπαλινόρθωσηςπαλινορθώσεων
Αιτιατικήπαλινόρθωσηπαλινορθώσεις
Κλητικήπαλινόρθωσηπαλινορθώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →