παλιοδουλειά
•
- υποτιμητική έκφραση για ένα επάγγελμα Βικιλεξικό
- ύποπτη, πιθανόν παράνομη ενέργεια ή δοσοληψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοδουλειά < παλιο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοδουλειά | παλιοδουλειές |
| Γενική | παλιοδουλειάς | παλιοδουλειών |
| Αιτιατική | παλιοδουλειά | παλιοδουλειές |
| Κλητική | παλιοδουλειά | παλιοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →