παλιοθήλυκο
•
- υβριστικός χαρακτηρισμός για γυναίκα ή κορίτσι (συνήθως αναφέρεται στην έλλειψη ηθικής) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοθήλυκο < παλιο- + θηλυκό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοθήλυκο | παλιοθήλυκα |
| Γενική | παλιοθήλυκου | παλιοθήλυκων |
| Αιτιατική | παλιοθήλυκο | παλιοθήλυκα |
| Κλητική | παλιοθήλυκο | παλιοθήλυκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →