παλιοκάραβο
•
- παλιό σκάφος σε κακή κατάσταση. Βικιλεξικό
- πλοίο που παρουσιάζει πολλαπλά προβλήματα. Βικιλεξικό
- κακοτάξιδο πλοίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοκάραβο < παλιός + καράβι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοκάραβο | παλιοκάραβα |
| Γενική | παλιοκάραβου | παλιοκάραβων |
| Αιτιατική | παλιοκάραβο | παλιοκάραβα |
| Κλητική | παλιοκάραβο | παλιοκάραβα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →