Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιοκατάσταση

ουσιαστικό
•
  1. δυσάρεστες συνθήκες ή συμβάν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιοκατάσταση < παλιο- + κατάσταση

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παλιοκατάσταση

επιφώνημα, θηλυκό
•
  1. χάλι, χάλια μαύρα, άσχημη κατάσταση, που δεν εμπνέει αισιοδοξία Βικιλεξικό
    • Τι να πεις φίλε μου για τα χάλια μας...΄Αστα να πάνε... Παλιοκατάσταση!

Ετυμολογία

παλιοκατάσταση < παλιο- + κατάσταση

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →