παλιοκερατάς
•
- προφορικόγια άνθρωπο που είναι πολύ κατεργάρης, δόλιος, πονηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοκερατάς < (επιτατικό) παλιο- + κερατάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοκερατάς | παλιοκερατάδες |
| Γενική | παλιοκερατά | παλιοκερατάδων |
| Αιτιατική | παλιοκερατά | παλιοκερατάδες |
| Κλητική | παλιοκερατά | παλιοκερατάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →